ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΩΝAΣΗΣ: ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΑ

«Οι καλύτερες συμφωνίες και το καλύτερο σεξ γίνονται έξω από τα καθιερωμένα», Αριστοτέλης Ωνάσης.

Το ήξερε ότι είχε αναμετρηθεί με τη ζωή και την είχε κοροϊδέψει. Ότι είχε διαβεί τα μονοπάτια της με τρόπο που άλλοι δεν θα μπορούσαν καν να διανοηθούν! Κι όμως, τώρα στα 69 του, άρρωστος και ανίκανος πια να γευτεί το μεδούλι της, το είχε καταλάβει! Πλήρωνε το αντίτιμο και ήταν πράγματι οδυνηρά ακριβό. Ο θάνατος, στα 25 του χρόνια, του γιου του Αλέξανδρου που προόριζε για διάδοχο της αυτοκρατορίας του, του είχε στείλει τον ύστατο λογαριασμό.

Ε ναι! Tώρα πια ένιωθε δυστυχισμένος κι ας είχε πλούτη και φήμη. Ο μεγιστάνας, ο πιο φημισμένος άνθρωπος στον κόσμο –που μοιραζόταν τον παγκόσμιο θαυμασμό με τη Μαρία Κάλλας, τη γυναίκα που αγάπησε- αισθανόταν βαθιά δυστυχισμένος!…

Τι κρυβόταν, αλήθεια, πίσω από τη ζωή του Αριστοτέλη Ωνάση, που ξετυλίχτηκε σαν κουβάρι από τη Μικρά Ασία, την Ελλάδα, την Αργεντινή, έως την Αμερική και την Αγγλία, και που τον έφερε στις κορυφές της δόξας, στα σαλόνια της αριστοκρατίας και της πολιτικής ελίτ; Ο νυχτερινός τηλεφωνητής, που έγινε ο εφοπλιστής των πέντε ηπείρων, τι είδους απολογισμό να έκανε στο φινάλε της εξαίσιας, τουλάχιστον για τους άλλους, ζωής του; Να ήταν σημαδεμένος από έναν αγιάτρευτο πόνο, σύμφωνα με όσα είχε υποστηρίξει η φίλη του Λητώ Κατακουζηνού -Σικελιανού;

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης είχε μάθει από τον πατέρα του να κρατάει πάντα μαζί του ένα μολύβι κι ένα μπλοκάκι… Τώρα που γνώριζε πια πως είχε φτάσει το τέλος μιας μεγαλειώδους πορείας, αναρωτιόταν αν όλα πήγαν κατ’ ευχήν ή τον είχε τιμωρήσει ο θεός, επειδή πάντα «δάγκωνε περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να μασήσει»;

Ο Ωνάσης, ο ατρόμητος αυτός άντρας που είχε καταφέρει να κερδίσει όλες τις μάχες χρησιμοποιώντας συχνά και παράτυπα μέσα, είχε τώρα αδυνατίσει, είχε προβλήματα με την άρθρωση και τη χολή του. Ο γλεντζές, που παράγγελνε στους μαγείρους του να του φτιάξουν «κιοφτεδάκια» και φίλευε με τους ακριβότερους μεζέδες το πλήθος των εκλεκτών καλεσμένων του, που έκανε επίδειξη χλιδής και πλούτου («το μυστικό μου ήταν πάντα τα λεφτά και το σεξ»), δεν μπορούσε πια να φάει, επειδή του ήταν αδύνατον να μασήσει…

Μεταφέρθηκε στο Παρίσι για εγχείρηση. Μάταιος κόπος! «Πεθαίνω. Σύντομα θα βρίσκομαι στον Σκορπιό, κοντά στον Αλέξανδρο», εκμυστηρεύτηκε στον έμπιστό του Τζόνι Μέιερ.

Ακόμη και την ύστατη ώρα, θέλησε να τακτοποιήσει τα πάντα. Με διαθήκη που συνέταξε το 1974, αφού είχε ήδη προσβληθεί από τη μυασθένεια Γκράβις και πονούσε φρικτά, ίδρυσε στο Λίχτενσταϊν ένα Κοινωφελές Ίδρυμα που έφερε το όνoμα του Aλεξάνδρου, αφήνοντας σε αυτό τη μισή του περιουσία: «Ο υπογεγραμμένος Αριστοτέλης Σωκράτους Ωνάσης, επιθυμών να διακανονίσω τα της περιουσίας μου μετά τον θάνατόν μου και έχων σώας τας φρένας, προβαίνω εις την σύνταξιν της παρούσης ιδιογράφου διαθήκης μου, ήτις εκφράζει την τελευταίαν βούλησίν μου…»

Ήταν άραγε τυχαίο, πως τα προβλήματα για τον οικονομικό κολοσσό του Αριστοτέλη άρχισαν να συσωρεύονται αμέσως μετά το χαμό του γιου του Αλεξάνδρου σε αεροπορικό δυστύχημα, στις 22 Ιανουαρίου 1973; Με την πτώση της παγκόσμιας αγοράς τάνκερ υπέστη ζημιές της τάξεως των 12,5 εκατ. δολ., έκλεισε το διυλιστήριο στο Νιου Χαμσάιρ, άρχισε η πτωτική πορεία για την «Ολυμπιακή» την οποία τελικώς, αρχές του 1975, παραχώρησε στο ελληνικό κράτος!

Ο πόνος του πατέρα ήταν ο μοναδικός που θα μπορούσε να καταβάλει αυτόν που είχε μάθει να νικάει, έστω κι αν έκανε σπασμωδικές κινήσεις για ν’ αποδείξει πως επρόκειτο για δολιοφθορά: πρόσφερε ένα εκατομμύριο δολάρια σε όποιον έδινε σχετικές πληροφορίες! Από εκείνη τη μοιραία ώρα, το ρολόι είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση. Κάποτε, ακόμα κι οι μύθοι δεν μπορούν να αντισταθούν στα άσχημα παιχνίδια της μοίρας!

Το βροχερό Σάββατο της 15ης Μαρτίου 1975, κόπηκε το νήμα της ζωής τού Αριστοτέλη Ωνάση, ενός ανθρώπου που τόλμησε να τα βάλει με την Iστορία. Που δημιούργησε τον αξεπέραστο μύθο του μεγιστάνα ο οποίος συνδιαλεγόταν με προέδρους, πρωθυπουργούς και είχε ερωμένες μερικές από τις ωραιότερες γυναίκες του κόσμου.

Ωστόσο, η μοιραία δεκαετία για τον Ωνάση είχε αρχίσει με τον μυστηριώδη θάνατο της Ευγενίας Νιάρχου και τον Φεβρουάριο του 1972 με την πτώση του Λίαρτζετ, του προσωπικού του αεροπλάνου και το θάνατο των πιλότων του, αδελφών Κουρή.

… Πόσα πράγματα άραγε θα χωρούσαν στο σημειωματάριό του απ’ όλα όσα συνέθεταν την πολυτάραχη ζωή του; Εκεί, ακουμπισμένος στα μαξιλάρια που είχαν προσεκτικά τοποθετήσει στην πλάτη του, θυμόταν και ξαναθυμόταν την ξέφρενη πορεία του…

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 20 Ιανουαρίου του 1906, από την  Πηνελόπη (που παντρεύτηκε στα 17 της) και τον Σωκράτη, έναν από τους πλουσιότερους καπνέμπορους της Σμύρνης,  ακριβώς δύο χρόνια μετά την αδελφή του Άρτεμη. Η μητέρα του πέθανε στα 33 της, και την ανατροφή του ανέλαβε η θρησκευόμενη γιαγιά του Γεθσημανή! Έστελνε, μάλιστα, μια φορά την εβδομάδα τα ρούχα του στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, να τα ευλογήσουν! Αυτός, όμως, που επηρέασε βαθύτατα τον χαρακτήρα του, ήταν ο θείος του Αλέξανδρος Ωνάσης που τον ήθελε άντρα δυνατό, πονηρό και γλεντζέ: του έμαθε να επιζητά την περιπέτεια, να απολαμβάνει τη ζωή, να κυνηγά τις γυναίκες, να ταξιδεύει.

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης, αν και στην παιδική του ηλικία βίωσε το εκκλησιαστικό περιβάλλον ως παπαδοπαίδι (η γιαγιά του ήθελε να τον κάνει παπά), όπως ακριβώς και ο Δημήτρης Μητρόπουλος, μοιάζει να έζησε… σαν οδυσσειακός ήρωας του Νίκου Καζαντζάκη.

Όπως ήταν φυσικό, εγκατέλειψε το σχολείο της εκκλησίας, στο οποίο η φοίτησή του ήταν προβληματική, και γράφτηκε στην Ακαδημία Αρώνη, στη Σμύρνη, ενώ παράλληλα άρχισε να σπουδάζει αγγλικά και γερμανικά.

Στο μεταξύ, έξι μήνες μετά το θάνατο της μητέρας του, ο πατέρας του νυμφεύθηκε την Ελένη, από την οποία απέκτησε άλλα δύο παιδιά, τη Μερόπη και την Καλλιρρόη.

Από παιδί, ο Aριστοτέλης έδειξε κλίση προς την… αλητεία, αφού πολύ νωρίς έμαθε να κερδίζει αυτό που ήθελε. Δωροδοκούσε για να μπορεί να καπνίζει στο σχολείο με τους φίλους του, υπακούοντας στη συμβουλή του θείου του «το μπαξίσι είναι το πιο ασφαλές απ’ όλα τα νομίσματα»! Με τα χρόνια απέκτησε μια ιδιαίτερη σχέση με τα χρήματα, επινόησε, μάλιστα, και τον όρο Α.Α.Χ., που σήμαινε ότι επιδίωκε να κάνει δουλειές με… Άλλων Ανθρώπων Χρήματα: «Εγώ μπορεί να μην είμαι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά συμπεριφέρομαι σαν να είμαι. Δεν ταξιδεύω με νυχτερινή πτήση για το Λονδίνο όπως άλλοι Έλληνες κροίσοι κι ούτε κουβαλάω ουίσκι από τα Duty Free».

Στο σχολείο τσακωνόταν, έλεγε ψέματα, προχωρούσε σε επωφελείς διασυνδέσεις…

… Στο κρεβάτι του νοκομείου όπου νοσηλευόταν, κοίταζε και ξανακοίταζε την κόρη του Χριστίνα κι αναρωτιόταν αν άξιζαν όλα όσα έκανε, όλα όσα έζησε σε αυτό το ατέρμονο παιχνίδι με το χρόνο και το χρήμα. Πάνω απ’ όλα, όμως, με τις γυναίκες που αποτέλεσαν το μεγάλο του πάθος και την αχίλλειο πτέρνα του…

Από νωρίς ανέπτυξε σχέσεις με τις γυναίκες, που κάποιες φορές τού κόστισαν πανάκριβα! Φλέρταρε τη δασκάλα του, με αποτέλεσμα να αποβληθεί από το σχολείο για μια εβδομάδα και σύντομα να μεταπηδήσει στην Ευαγγελική Σχολή, το καλύτερο σχολείο της Σμύρνης.

Τις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες τις είχε με τη δασκάλα των γαλλικών, την πλύστρα της οικογένειάς του και μια παντρεμένη Τουρκάλα. Πολύ συχνά επισκεπτόταν οίκους ανοχής και είχε ένα θαυμάσιο σώμα, που λάτρευε να το επιδεικνύει.

Όμως, τα γεγονότα του ’22 στη Σμύρνη, με τη Μικρασιατική καταστροφή, επώδυνα για χιλιάδες Έλληνες, δεν θα μπορούσαν ν’ αφήσουν ανεπηρέαστο τον Αριστοτέλη. Οι Τούρκοι κρέμασαν τον αγαπημένο του θείο Αλέξανδρο, φυλάκισαν τον πατέρα του, δήμευσαν την περιουσία τους. Λαδώνοντας με ρακί, τζιν και ουίσκι που απέκτησε με τη βοήθεια του Αμερικανού προξένου, ο οποίος ήταν φίλος του θείου του, κατάφερε να εισέλθει στην αμερικανική ζώνη και να αποσπάσει από τον Tούρκο στρατηγό άδεια ελευθερίας μετακινήσεων.

Τελικώς, έφτασε στη Λέσβο με το αμερικανικό βομβαρδιστικό «Ένστολ» και βοήθησε 17 μέλη της οικογένειάς του να καταφύγουν στον Πειραιά. Όταν κόπασαν τα πάθη, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη κι από εκεί, τον Αύγουστο του 1923, έφυγε για το Μπουένος Άιρες, όπου δούλεψε σε εστιατόρια, σε πλυντήριο, ως νυχτοφύλακας, για να καταλήξει νυχτερινός τηλεφωνητής στη Βρετανική Τηλεφωνική Εταιρεία.

Οι φιλοδοξίες του ήταν ήδη μεγάλες! Με την επιμονή του, σχεδιάζοντας αυστηρά τις επόμενες κινήσεις του, κάνοντας έξυπνους χειρισμούς, επιθυμούσε να γίνει ένας αξιοθαύμαστος Έλληνας! Διάβαζε οικονομικές εφημερίδες, έπαιζε στοιχήματα στο πόκερ, κινιόταν σαν να ανήκε ήδη στην οικονομική ελίτ! Πρόδρομος αυτού που δεκαετίες αργότερα ονομάστηκε life style, με τα πρώτα χρήματα που κέρδισε αγόρασε δύο καλά κοστούμια, μισή δωδεκάδα μεταξωτά πουκάμισα, ένα ζευγάρι ιταλικά παπούτσια, ένα μπορσαλίνο και τη συνδρομή για ένα χρόνο στην κωπηλατική λέσχη, που ήταν της μόδας. Γνώριζε πώς έπρεπε να πουλήσει τον εαυτό του – και αυτό έκανε.

… Στον ελάχιστο χρόνο που του απέμενε, ξαναθυμόταν σκόρπιες εικόνες του χθες. Πώς είχαν περάσει τα χρόνια από τότε που δανειζόταν μεγάλα χρηματικά ποσά –κι ας του αρκούσαν τα μικρά- επειδή γνώριζε πως για τους άλλους δεν ήταν παρά αυτός που… ήθελε να φαίνεται! Φρόντιζε, μόνο, να τα ξεπληρώνει έγκαιρα, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε άντρας με κύρος. Πώς είχαν αλλάξει οι καιροί για τον μικρό Αρίστο, που από αλητόπαιδο είχε καταλήξει να παραδίδει μαθήματα savoir vivre: πριν καθίσει σ’ ένα τραπέζι προσκαλεσμένος για δείπνο, φρόντιζε να έχει φάει, ώστε την ώρα που οι άλλοι έτρωγαν αυτός να δείχνει υπεράνω…

Έδειχνε ικανός και έτοιμος να εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία που θα του παρουσιαζόταν. Εκείνη την εποχή προβαλλόταν στους κινηματογράφους «Ο Σεΐχης» με τον Ροδόλφο Βαλεντίνο, μια ταινία που δημιούργησε υστερία για οτιδήποτε προερχόταν από την Ανατολή. Παράγγειλε στον πατέρα του να του στείλει καπνά από την Τουρκία, που θα μπορούσαν να γοητεύσουν τις γυναίκες που κάπνιζαν τα αρκετά βαριά κουβανέζικα. Μάλιστα, έπεισε την Iταλίδα σοπράνο Κλαούντια Μούτζο να καπνίζει δημοσίως τα τσιγάρα του, ώστε να δημιουργηθεί ο κατάλληλος θόρυβος γύρω απ’ αυτά.

Επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε φίλος με τον υπουργό Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, ο οποίος τον έχρισε Ειδικό Ακόλουθο στην ελληνική πρεσβεία του Μπουένος Άιρες, έστω κι αν κατείχε την αργεντίνικη υπηκοότητα. Το 1931 έγινε Αναπληρωματικός Πρόξενος, και από το 1932 άρχισε να ασχολείται με τη ναυτιλία. Αγόρασε ένα ερείπιο: ένα εμπορικό πλοίο 7.000 τόνων που βυθίστηκε αγκυροβολημένο στο Μοντεβίδεο! Στη συνέχεια, αγόρασε 6 καναδέζικα πλοία. Τα δυο πρώτα πλοία του στόλου του τα ονόμασε «Πηνελόπη Ωνάση» και «Σωκράτης Ωνάσης», προς τιμήν των γονιών του.

Με τη βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο της ναυτιλίας στράφηκε προς τα τάνκερ, με το πρώτο του, 15.000 τόνων, να το ονομάζει «ΑΡΙΣΤΟΝ».

Πολλές γυναίκες σημάδεψαν τη ζωή του· από αρκετά νέος είχε σχέσεις με μεγαλύτερες από αυτόν, και μάλιστα με μεγάλα ονόματα, συνήθως της έβδομης τέχνης, όπως η Μέριλιν Μονρόε, η Γκλόρια Σβάνσον, η Εύα Περόν και η Γκρέτα Γκάρμπο. Ωστόσο, οι γυναίκες που έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στη ζωή του ήταν τρεις: η Τίνα Λιβανού, που του χάρισε τον Αλέξανδρο και τη Χριστίνα, η Τζάκι Κένεντι-Ωνάση, που κράτησε ως το τέλος το όνομά του, και η μυθική Μαρία Κάλλας. Τα πορτρέτα των τριών γυναικών κοσμούν έως σήμερα την αίθουσα τελετών του Ιδρύματος Ωνάση.

Τι διέθετε ο Αριστοτέλης Ωνάσης ώστε να γοητεύει πλήθος γυναικών; Ασφαλώς πολύ χρήμα, απρόβλεπτη συμπεριφορά, απόλυτη αφοσίωση… όταν του μιλούσαν, ευγένεια, και τη νοοτροπία του γλεντζέ. Η Nορβηγίδα Ινγκεμποργκ Ντένιχεν, η πρώτη «σημαντική» γι’ αυτόν γυναίκα, έλεγε πως είχε μείνει κατάπληκτη από τη σεξουαλική αντοχή του Έλληνα! Ήταν αυτή που θέλησε να λουστράρει τη «λαϊκότητα» του Αρίστου, προτρέποντάς τον να μάθει πιάνο! Λένε ότι σε όλη τη ζωή του παρέμενε απλός, ότι καλούσε τους σερβιτόρους χτυπώντας τα δάχτυλά του, ή το μαχαίρι στο ποτήρι. (Μάλιστα, υποστηρίζεται ότι ζήλευε τον Νιάρχο, επειδή εκείνος είχε πανέμορφες φίλες και μια αριστοκρατική όψη, όταν ο ίδιος έμοιαζε μ’ έναν πλούσιο αλλά «χωριάτη» άντρα).

Tο τι πραγματικά πίστευε για το άλλο φύλο, γίνεται εμφανές από δύο «στιγμιότυπα».

Η καλλονή Τζεραλίν Σπερκλς, πλούσια κληρονόμος περιουσίας ζάχαρης, την οποία μάλιστα επρόκειτο να νυμφευθεί, είχε παραδεχτεί πως ποτέ δεν είχαν κάνει έρωτα, επειδή… την σεβόταν. Ο ίδιος είχε δηλώσει στη μασέζ του Κορίνα Σπανίδου («Ο Ωνάσης όπως τον έζησα», Εστία): «Παρόλο που με θεωρούν κοσμοπολίτη και άνθρωπο με προοδευτικές ιδέες, στο βάθος είμαι πολύ ανατολίτης. Όλα αυτά τα γυναικεία κινήματα για την υποτιθέμενη απελευθέρωσή της με αηδιάζουν, και βρίσκω ότι η γυναίκα χάνει κεκτημένα δικαιώματα και χώρους σημαντικούς, όπου ήταν καθιερωμένη ως βασίλισσα του σπιτιού και της οικογένειας για να διεκδικήσει εδάφη που από καταβολής κόσμου ανήκουν στην ανδρική κυριαρχία. Μακριά, λοιπόν, από τη φιλόδοξη γυναίκα. Η φιλοδοξία ενώ στον άντρα είναι προτέρημα, στη γυναίκα είναι ελάττωμα, γιατί την ωθεί να ξεχνά τον πρωταρχικό της ρόλο της μητέρας και της συζύγου και την καθιστά επικίνδυνη και αδίστακτη».

Αρχές δεκαετίας του ’40, κι ενώ είχε ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εγκατέλειψε το Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου δύο χρόνια αργότερα γνώρισε την Τίνα Λιβανού. Ήταν υπερκινητικός και εργασιομανής. Πίνοντας αμέτρητους καφέδες έμενε άγρυπνος, επιχειρώντας να διεμβολίσει επαγγελματικούς χώρους. Το 1941 ήταν ήδη αρκετά πλούσιος: κυκλοφορούσε με Κάντιλακ, διοργάνωνε δεξιώσεις στο σαλέ του στο Σέντερ Άιλαντ. Είχε αρχίσει να έλκει πανίσχυρους ανθρώπους από τον επιχειρηματικό και πολιτικό κόσμο. Για τα εφοπλιστικά τζάκια, όμως, παρέμενε πάντα ένας ξένος! Η περιφρονητική στάση τού Λιβανού απέναντί τους, έκανε φίλους τον Ωνάση με τον Νιάρχο.

Γνώρισε τη μετέπειτα γυναίκα του στη σουίτα του Σταύρου Λιβανού, στο «Οτέλ Πλάζα» της Νέας Υόρκης, την άνοιξη του 1943, όταν εκείνη ήταν μόλις 14 ετών! Επειδή ένιωθε ότι σνόμπαραν την καταγωγή του, ήθελε να δεθεί με μια εφοπλιστική οικογένεια – και τα κατάφερε, έστω κι αν χρειάστηκε να περιμένει λίγο. Ο Σταύρος Λιβανός ήθελε να τον παντρέψει με τη μεγαλύτερη κόρη του, την Ευγενία. «Οι κόρες σας δεν είναι πλοία, κύριε Λιβανέ, για να παροπλίζετε το πρώτο της σειράς», του είχε πει ο Ωνάσης. Τελικά, την νυμφεύθηκε το 1946 –κουμπάρος του, μάλιστα, ήταν ο λογοτέχνης και ψυχαναλυτής Ανδρέας Εμπειρίκος- προσφέροντας στη Nορβηγίδα Ίνγκεμποργκ 35.000 δολάρια ως ηθική ικανοποίηση! Ένα χρόνο αργότερα, ο Νιάρχος έγινε μπατζανάκης του και στις 30 Απριλίου του 1948, το ζεύγος Ωνάση, εγκατεστημένο ήδη στο Παρίσι, απέκτησε τον Αλέξανδρο.

Ήταν η χρονιά που ο Αριστοτέλης έκανε το μεγάλο εφοπλιστικό του βήμα, αγοράζοντας πέντε τάνκερ. Είχε ήδη, με τη βοήθεια της γυναίκας του, μπει και στεριώσει στον εφοπλιστικό κόσμο. Με νομότυπες ή και αφανείς διαδικασίες, δημιούργησε μια αυτοκρατορία την οποία επέκτεινε όλο και περισσότερο. Υπέγραφε μεταφορές κάρβουνου με πλοία που δεν είχε, μεταφορές πετρελαίου με πλοία που ακόμα δεν είχαν ναυπηγηθεί, καταφέρνοντας να προσελκύσει το ενδιαφέρον των μεγαλύτερων εταιρειών πετρελαίου, που έσπευδαν να συνεργαστούν μαζί του.

… Ακουμπούσε ψηλαφιστά το σώμα του, αυτό που είχε θεοποιήσει, που το επιδείκνυε σε κάθε ευκαιρία, που τον έκανε υπερήφανο στους ατέλειωτους ερωτικούς του γύρους και που τώρα αρνιόταν να υπακούσει: είχε ήδη χάσει 18 κιλά. Ό,τι είχε λατρέψει στον εαυτό του, τον ευθύ του λόγο και το ωραίο του κορμί, τώρα τον εγκατέλειπαν, επειδή αυτός πρώτος τα είχε εγκαταλείψει…

Τη δεκαετία του ’50 απέδειξε για άλλη μια φορά (στις 11.12.1950, στη Νέα Υόρκη, απέκτησε το δεύτερο παιδί του, τη Χριστίνα), ότι μπορούσε να προβλέψει τις οικονομικές εξελίξεις. «Πόνταρε» στην ανάπτυξη της Γερμανίας και κέρδισε. Αν και η συμφωνία του Πότσδαμ (1945) απαγόρευε στους Γερμανούς να ναυπηγούν πλοία πάνω από 15.000 τόνους, ο Ωνάσης μετέτρεψε φαλαινοθηρικά σε εμπορικά, εκμεταλλευόμενος την αβλεψία του νόμου! Με έδρα το Μόντε Κάρλο, μέσα σε δυο–τρία χρόνια «κατέκτησε» το Μονακό. (Όταν η Γκρέις Κέλι έφτασε το 1956 στο Μονακό, για τον Ρενιέ –στον οποίο είχε γνωρίσει και τη Μέριλιν Μονρόε- ο Ωνάσης γέμισε το λιμάνι με χιλιάδες άσπρα και κόκκινα γαρίφαλα!)

Nαυπήγησε στο Αμβούργο το μεγαλύτερο τάνκερ του κόσμου, 45.000 τόνων, που το ονόμασε «Τίνα Ωνάση».

Το 1954 έκλεισε με τους Σαουδάραβες αποκλειστική συμφωνία για τη μεταφορά των πετρελαίων τους. Το 1957, ο Κων. Καραμανλής τον παρότρυνε να αναλάβει, με ευνοϊκούς όρους, την αεροπορική εταιρεία Τ.Α.Ε., την οποία μετέτρεψε σε «Ολυμπιακή Αεροπορία».

Στην προσωπική του ζωή αντιμετώπιζε ήδη την αντίδραση της Τίνας Λιβανού, που αισθανόταν, απλώς, σαν ένα «ακριβό κόσμημα» δίπλα του.

Στο μεταξύ, το 1953, είχε μετατρέψει ένα καναδικό πλοίο σε πολυτελή θαλαμηγό, τη «Χριστίνα», που αποτέλεσε επί δύο σχεδόν δεκαετίες πόλο έλξης της οικονομικής και καλλιτεχνικής ελίτ όλου του κόσμου. Είχε μήκος 100 μέτρα, 10 σουίτες (η δική του είχε τέσσερα δωμάτια και μπανιέρα από μπλε μάρμαρο Σιένα, απομίμηση από μινωικό ανάκτορο), τοίχους καλυμμένους με βενετσιάνικους καθρέφτες, τηλέφωνο με 42 γραμμές, θερμαινόμενη πισίνα που ο πυθμένας της υψωνόταν μέχρι το κατάστρωμα για να γίνεται πίστα χορού, χειρολαβές στο μπαρ από δόντια φάλαινας με σκαλισμένες σκηνές από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ολόχρυσες βρύσες, δύο πίνακες του Ελ Γκρέκο!

Στη γοητεία του Έλληνα μεγιστάνα υπέκυψε ακόμη και ο Ουίστον Τσόρτσιλ: «Ένα γεύμα με τον Τζόρτζιλ θα σε διδάξει πιο πολλά απ’ ό,τι τρία χρόνια σπουδές στην Οξφόρδη»! Με τη μεσολάβηση του γιου του Ράντολφ, ο Τσόρτσιλ δέχτηκε να φιλοξενηθεί στη «Χριστίνα». Λέγεται ότι ο Ωνάσης τον είχε παρακαλέσει γονατιστός να συνδράμει στην υπόθεση των Eλληνοκυπρίων, αφού ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Μακαρίου! Για να γνωρίσει τον Τσόρτσιλ, είχε προσκαλέσει στη θαλαμηγό του και το ζεύγος Κένεντι. Ήταν μια από τις γνωριμίες του που έμελλε να αποδειχθεί καθοριστική.

Πριν όμως ευοδωθεί το ειδύλλιο με την Τζάκι, βρέθηκε στο δρόμο του μια άλλη γυναίκα: η Μαρία Κάλλας. Γνωρίστηκαν σ’ ένα χορό στη Βενετία κι ένα χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο του 1958, η 35χρονη διάσημη τραγουδίστρια της όπερας δέχτηκε στο Παρίσι λουλούδια με την υπογραφή του 52χρονου πλέον Αριστοτέλη Ωνάση. Η σχέση τους εξελίχτηκε ένα χρόνο μετά, έπειτα από μια κρουαζιέρα στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα, στη θαλαμηγό, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας… ευλόγησε την Κάλλας και τον Ωνάση. Αν και ο έρωτάς τους ήταν γεμάτος πάθος, δεν κατέληξε σε γάμο.

Ο Έλληνας κροίσος, έχοντας ήδη γύρω στις 70 εταιρείες σ’ όλο τον κόσμο, αγόρασε το 1963 ένα νησάκι στο Ιόνιο, τον «Σκορπιό», που το μετέτρεψε σε αληθινό παράδεισο: «Την καλή ζωή τη βρίσκω σε πολύ απλά πράγματα. Να κρεμώ τα πόδια στη θάλασσα, να πηγαίνω βόλτα με μικρά σκάφη, να συναντώ τους ψαράδες και να τσιμπολογώ μαζί τους».

… Οι ώρες του ήταν μετρημένες και το ήξερε! Μα δεν τον ένοιαζε! Ήθελε να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Τώρα πια, τι σημασία είχε αν «άλλοι έχουν πολλά λεφτά κι άλλοι τίποτα». Τι σημασία είχε στο φινάλε μιας πράξης που κόστισε πανάκριβα, αν «κάποιος δεν έβρισκε νερό ούτε για να ξεδιψάσει κι ένας άλλος έψαχνε να βρει γέφυρα να περάσει το νερό». Ό,τι ήταν να ζήσει το είχε ζήσει, χωρίς συγγνώμες, χωρίς εξηγήσεις…

Αν και ήταν ένας σκληρός διαπραγματευτής και ένας ακαταπόνητος πια δισεκατομμυριούχος, συνέχιζε να δημιουργεί «σκάνδαλα» με την ερωτική του συμπεριφορά. Mόλο που διατηρούσε ακόμη μια έντονη σχέση με τη Μαρία Κάλλας, συνδέθηκε με την πριγκίπισσα Λι Ράντζιβιλ, μικρότερη αδελφή της Τζάκι Κένεντι, φλερτάροντας παράλληλα την τελευταία, που είχε χάσει το πρόωρο τρίτο της παιδί. Ο Ωνάσης, για να την παρηγορήσει, την είχε καλέσει σε κρουαζιέρα προσφέροντάς της ό,τι πιο ακριβό και πολυτελές μπορούσε να έχει στη διάθεσή του. Το πλήρωμα των 63 ανθρώπων ενισχύθηκε με 2 κομμώτριες, τρεις σεφ, Σουηδέζα μασέζ και μικρή ορχήστρα για χορό. Η Τζάκι καταγοητεύτηκε από τη στάση του Αριστοτέλη, που της έκανε δώρο ένα υπέροχο κολιέ με διαμάντια, και στην πριγκίπισσα αδελφή της τρία βραχιόλια με πολύτιμες πέτρες. («Οι όμορφες γυναίκες δεν αντέχουν τη μετριότητα. Χρειάζονται μια ανεξάντλητη πηγή υπερβολής!») Πέντε χρόνια αργότερα, ο 68χρονος Ωνάσης παντρεύτηκε τη Ζακλίν Μπουβιέ, χήρα του δολοφονηθέντος προέδρου των ΗΠΑ, Τζον Κένεντι. Ο γάμος τους έγινε στις 20 Οκτωβρίου 1968 στον Σκορπιό, παρουσία των παιδιών της Τζάκι, του Αλεξάνδρου και της Χριστίνας. Πριν συμπληρώσει ένα μήνα έγγαμου βίου με την Τζάκι, ο Ωνάσης δείπνησε με την Κάλλας, δωρίζοντάς της, μάλιστα, ένα πλοίο, το «Αρτεμίσιον»!

Στην Ελλάδα έπλεε ήδη ο άνεμος της δικτατορίας, με την ηγεσία της οποίας ο Ωνάσης ανέπτυξε σχέσεις, επεκτείνοντας και στην Ελλάδα τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Στο μεταξύ, στις 3 Μαρτίου 1972 η Ολυμπιακή Αεροπορία «των πέντε ηπείρων» πραγματοποίησε την πρώτη της πτήση στην Αυστραλία, και την ίδια χρονιά, η 19χρονη κόρη του Χριστίνα αρνήθηκε να παντρευτεί τον Πέτρο Γουλανδρή, προτιμώντας τον 48χρονο Αμερικανο-εβραίο Τζότζεφ Μπόλκερ.

Ο αναπάντεχος θάνατος του γιου του τον επηρέασε βαθύτατα και οριστικά. Αποτραβήχτηκε από τις δεξιώσεις και τις κοσμικότητες και συντετριμμένος άφησε τον εαυτό του στη δίνη της κατάπτωσης. («Τα εκατομμύρια δεν είναι πάντοτε αυτό που χρειάζεται ένας άνθρωπος από τη ζωή»). Μελαγχόλησε, αρρώστησε, πέθανε.

Ολόκληρη η περιουσία του πέρασε στα χέρια της κόρης του Χριστίνας, η οποία το ίδιο απρόοπτα απεβίωσε το 1988 στο Μπουένος Άιρες, σε ηλικία 38 ετών!

Ε, ναι, οι καλύτερες συμφωνίες και το καλύτερο σεξ γίνονται έξω από τα καθιερωμένα, όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης Ωνάσης, και η δική του ζωή ήταν μια σύμβαση έξω από τα τετριμμένα: «Αυτό που πρέπει πιο πολύ να φοβόμαστε είναι όχι μήπως εκλείψουμε, αλλά μήπως εκλείψουμε ασήμαντοι!»…

Νίκος Παπανικολάου

Από το site www.freesocial.gr

Leave Comment

This is a demo store for testing purposes — no orders shall be fulfilled.