EKEBI: ΠΟΣΟ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ;

Πόσο διαβάζουν οι Έλληνες και ποιες είναι οι αναγνωστικές τους συνήθειες; Τις απαντήσεις δίνει ο Σωκράτης Καμπουρόπουλος, ειδικός σύμβουλος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και υπεύθυνος πρόσφατης έρευνας για το βιβλίο στην Ελλάδα.

Η πανελλήνια έρευνα που πραγματοποίησε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, δείχνει ότι σε καιρούς κρίσης, αρκετοί είναι αυτοί που αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στο διάβασμα. Ο ειδικός σύμβουλος του ΕΚΕΒΙ και υπεύθυνος της έρευνας, Σωκράτης Καμπουρόπουλος, μας βοηθά να ανακαλύψουμε πόσο διαβάζουν οι Έλληνες και ποιες είναι οι αναγνωστικές τους συνήθειες.

Η καλή σχέση του Έλληνα με το βιβλίο αποτυπώνεται στον σταθερό αριθμό των συστηματικών αναγνωστών, στην αύξηση αυτών που διαβάζουν έστω και λίγο και στη μείωση όσων δεν ασχολούνται με το διάβασμα. Είναι ενδεικτικό ότι οι δυνατοί αναγνώστες (όσοι διάβασαν περισσότερα από 10 βιβλία τον τελευταίο χρόνο) αντιστοιχούν στο 8,1% των ερωτηθέντων, ενώ το 34,2% δηλώνει ότι διάβασε τουλάχιστον ένα βιβλίο. Το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 42,3% καταρρίπτει τον ευρέως διαδεδομένο μύθο ότι οι συμπατριώτες μας απεχθάνονται το διάβασμα. Τι πρέπει να γίνει για να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο αυτές οι θετικές τάσεις;

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το αναγνωστικό κοινό δεν είναι μονοδιάστατο -μιλάμε για πολλά, διαφορετικά αναγνωστικά κοινά από άποψη φύλου, ηλικίας, στάσεων, έξεων, συμπεριφορών, κ.λπ., με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ιδεατά, οφείλουμε να αποτυπώσουμε καλύτερα το προφίλ του καθενός από αυτά τα κοινά και να κάνουμε πιο ορατά τα βιβλία που τους ενδιαφέρουν («Υπάρχει ένα βιβλίο για σένα. Το έχεις διαβάσει;», λέει η φετινή καμπάνια για το βιβλίο μιας αλυσίδας πολυκαταστημάτων πολιτισμού). Επίσης, η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας ως πρακτικής από μικρή ηλικία είναι η μόνη εγγύηση ότι η οικονομική κρίση δεν θα ανακόψει, μεσοπρόθεσμα, την αγάπη μας για το διάβασμα», εξηγεί ο κ. Καμπουρόπουλος.

Τα… κακώς κείμενα

Υπάρχουν όμως και τα αρνητικά συμπεράσματα. Ο κ. Καμπουρόπουλος τα συνοψίζει λέγοντας: «Η έρευνα του ΕΚΕΒΙ δε αποτυπώνει, δυστυχώς, μόνο θετικές τάσεις για το βιβλίο στη χώρα μας, μιας και το βιβλίο αφορά περισσότερα άτομα σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια αλλά ταυτόχρονα διαβάζουμε λιγότερα βιβλία κατά μέσο όρο (5,9 βιβλία το χρόνο, σήμερα, 7 πριν από δέκα χρόνια) και σε συγκριτικά μεγαλύτερη ηλικία (στις ηλικίες 35-54 ετών, κυρίως)».

Και συνεχίζει: «Στην πρόσφατη έρευνα διαπιστώνεται μια μετατόπιση του κοινού από τη συστηματική προς την ασθενέστερη ανάγνωση. Θα πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί την πιο πολύμορφη κοινωνική και πολιτιστική πρακτική (διαβάζουμε τόσο από ευχαρίστηση όσο και από ανάγκη, τόσο για μορφωτικούς όσο και για πολιτιστικούς αλλά και για πρακτικούς/πληροφοριακούς σκοπούς). Επομένως οι διαδικασίες που “φτιάχνουν” αναγνώστες είναι σύνθετες. Η εξοικείωση με το ελεύθερο, εξωσχολικό και κριτικό διάβασμα από το σχολείο είναι, ίσως, η πιο σημαντική -είναι κάτι που δεν θα “ξεθυμάνει” αργότερα. Γι’ αυτό και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου ανέλαβε για πρώτη φορά την ευθύνη ενός προγράμματος φιλαναγνωσίας σε 800 ολοήμερα δημοτικά σχολεία, σε όλη τη χώρα, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας».

Στην ερώτηση για το πού πρέπει να εστιαστεί η προσπάθεια, στη μετατροπή των ασθενών αναγνωστών σε συστηματικούς ή στον περιορισμό του ποσοστού που δεν διαβάζει κανένα βιβλίο, ο κ. Καμπουρόπουλος επισημαίνει: «Κατά τη γνώμη μου, οι δύο αυτές διαδικασίες δεν βρίσκονται σε αντιδιαστολή. Η εξοικείωση με τη διαδικασία της ανάγνωσης δεν μπορεί παρά να οδηγεί σταδιακά από τα λίγα στα πολλά βιβλία. Αυτό που θα πρέπει να κατανοήσουμε, είναι το γιατί δεν ασχολούνται με το βιβλίο όσοι διαθέτουν τα μορφωτικά εφόδια και τον απαιτούμενο ελεύθερο χρόνο για να το κάνουν, αλλά παρόλα αυτά δεν επιλέγουν το βιβλίο στις καθημερινές τους πρακτικές».

Η ανάγνωση ΔΕΝ είναι γένους θηλυκού

Με μια πρώτη ματιά, οι γυναίκες αναδεικνύονται πρωταθλήτριες στο σπορ της ανάγνωσης: το 9,4% των γυναικών εμπλουτίζουν τη βιβλιοθήκη τους με περισσότερα από 10 βιβλία το χρόνο (έναντι 6,8% των ανδρών), ενώ το 40,2% διαβάζουν 1-9 βιβλία το χρόνο, με το αντίστοιχο ποσοστό στους άντρες να μην ξεπερνά το 28%.

Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Καμπουρόπουλος εξηγεί πως «η προσεκτική ανάγνωση των αποτελεσμάτων της έρευνας καταρρίπτει τον μύθο ότι “η ανάγνωση είναι γένους θηλυκού”. Οι γυναίκες -όσες γυναίκες διαβάζουν- είναι μεν περισσότερες από τους άντρες, αλλά έχουν στοιχεία χαλαρότερης έντασης στην αναγνωστική τους συμπεριφορά (δήλωσαν ότι διαβάζουν, κατά μέσο όρο, λιγότερα βιβλία από τους άντρες). Η κατεξοχήν υπεροχή τους αναδεικνύεται στο πεδίο των ασθενέστερων αναγνωστών, όπου το 40,2% των γυναικών δήλωσαν ότι διαβάζουν από 1-9 βιβλία το χρόνο, έναντι μόνο 28% των ανδρών. Επίσης, οι γυναίκες διαβάζουν περισσότερο από τους άντρες βιβλία λογοτεχνίας (μυθιστορήματα, διηγήματα και ποίηση), ψυχολογίας και θρησκείας, ενώ σε όλες τις άλλες θεματικές κατηγορίες (όπως π.χ., η ιστορία, η φιλοσοφία, τα ταξίδια, οι κοινωνικές επιστήμες, οι αρχαίοι συγγραφείς, το πολιτικό βιβλίο, οι τέχνες, οι θετικές επιστήμες), οι άντρες είναι αυτοί που υπερτερούν».

Σταθερά πρώτη η λογοτεχνία

Το μυθιστόρημα παραμένει το δημοφιλέστερο είδος που επιλέγουν ως ανάγνωσμα οι Έλληνες. Η λογοτεχνία κυριαρχεί σε όλες τις ηλικίες αναγνωστών και είναι η μόνη κατηγορία βιβλίων στην οποία παρατηρήθηκε αύξηση ενδιαφέροντος σε σύγκριση με το 2004, ενώ σε σειρά προτίμησης ακολουθούν η ιστορία, η ψυχολογία, τα βιβλία θρησκευτικού περιεχομένου, η φιλοσοφία, τα ταξίδια, οι κοινωνικές επιστήμες και οι Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς.

Το φαινόμενο αποδίδεται, σύμφωνα με τον κο Καμπουρόπουλο, στην οικονομική κρίση: «Σύμφωνα με στοιχεία διεθνών ερευνών, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι οι οικονομικές κρίσεις στρέφουν το κοινό στο βιβλίο για ψυχαγωγία. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια εξήγηση για την αυξημένη δημοτικότητα της λογοτεχνίας, παρόλο που, ταυτόχρονα, έχουμε να κάνουμε με ένα είδος λογοτεχνίας που διεκδικεί και γνωσιακό περιεχόμενο (ιστορικό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα που συνδέεται με την ψυχανάλυση, την επιστήμη, τη φυσική, τα μαθηματικά, κλπ.)».

Η πρωτιά της δεν αμφισβητείται σε καμία κατηγορία αναγνώστη, αφού «η προτίμηση στη λογοτεχνία αφορά τόσο τους “μέτριους ως συστηματικούς αναγνώστες” -ακόμα περισσότερο αυτούς- όσο και τους ασθενέστερους αναγνώστες, με μόνη ενδιαφέρουσα διαφορά, το γεγονός ότι η ξένη λογοτεχνία ισοβαθμεί με την ελληνική στην πρώτη θέση των προτιμήσεων, για τους πιο συστηματικούς».

Ο ρόλος των εκδοτικών οίκων δεν είναι αμελητέος. Πόσο επηρεάζει η εκδοτική παραγωγή την αναγνωστική συμπεριφορά και σε ποιο βαθμό οι προτιμήσεις του κοινού είναι αυτές που καθορίζουν τις εκδοτικές επιλογές; «Η εκδοτική παραγωγή είναι, κατά κανόνα, πιο πλουραλιστική σε σχέση με την αναγνωστική συμπεριφορά, προσφέροντας περισσότερες επιλογές. Ωστόσο, ο περιορισμός των μεγαλύτερων επιτυχιών κυρίως στον τομέα της λογοτεχνίας, κάνει τα βιβλία αυτά να είναι αντικείμενο ανταγωνισμού ανάμεσα στους λίγους μεγάλους εκδότες, και όχι τόσο, λ.χ., τα βιβλία δοκιμιακού περιεχομένου».

Το προφίλ του Έλληνα αναγνώστη σε αριθμούς

8,1%. Το ποσοστό των Ελλήνων που διαβάζουν περισσότερα από 10 βιβλία τον χρόνο

34,2%. Το ποσοστό των Ελλήνων που διαβάζουν 1-9 βιβλία τον χρόνο

40,7%. Το ποσοστό των Ελλήνων που δεν διάβασαν απολύτως κανένα βιβλίο τον προηγούμενο χρόνο.

39%. Το ποσοστό των Ελλήνων που δεν διαβάζουν λόγω έλλειψης χρόνου.

35-54. Οι ηλικίες των περισσότερων από αυτούς που διαβάζουν τουλάχιστον 10 βιβλία τον χρόνο.

40,2%. Το ποσοστό των γυναικών που διαβάζουν από 1-9 βιβλία το χρόνο, έναντι 28% των ανδρών.

73%. Το ποσοστό των αναγνωστών που προτιμούν την ελληνική λογοτεχνία.

2 ώρες και 11′. Ο χρόνος που αφιερώνουν στην τηλεόραση όσοι διαβάζουν περισσότερα από 10 βιβλία το χρόνο. Ο αντίστοιχος χρόνος στον γενικό πληθυσμό είναι 3 ώρες και 18′.

5,6. Ο μέσος όρος των αναγνωσμένων βιβλίων για το 2010. Το 1999, ο μέσος όρος ήταν 7 βιβλία.

11,6. Ο μηνιαίος μέσος όρος των χρημάτων -σε ευρώ- που ξοδεύουν οι Έλληνες για αγορά βιβλίων.

Leave Comment

This is a demo store for testing purposes — no orders shall be fulfilled.